κοινόλεκτος


κοινόλεκτος
-η, -ο (Α κοινόλεκτος, -ον)
(για λέξεις, φράσεις ή γραμματικούς τύπους) αυτός που λέγεται κατά την κοινή γλώσσα, που χρησιμοποιείται στην καθομιλουμένη, κοινολεκτικός.
επίρρ...
κοινολέκτως (Α)
στην καθομιλουμένη, κοινολεκτικά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κοινός + -λεκτος (< λέγω), πρβλ. διά-λεκτος, καινό-λεκτος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • κοινολέκτως — κοινόλεκτος in the language of common life adverbial κοινόλεκτος in the language of common life masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κοινόλεκτον — κοινόλεκτος in the language of common life masc/fem acc sg κοινόλεκτος in the language of common life neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κοινολεκτικός — ή, ό 1. αυτός που λέγεται κοινώς, που ανήκει ή αναφέρεται στην κοινή γλώσσα 2. αυτός που είναι εύχρηστος στην καθομιλούμενη γλώσσα 3. γραμμ. ο σχηματισμένος κατά τον τρόπο τής καθομιλούμενης γλώσσας, τού κοινού λόγου («κοινολεκτική έκφραση»).… …   Dictionary of Greek

  • κοινολεκτώ — (AM κοινολεκτῶ, έω) [κοινόλεκτος] 1. μιλώ ή γράφω στην κοινή γλώσσα, στην καθομιλουμένη 2. μέσ. κοινολεκτούμαι, έομαι (για λέξη) είμαι εύχρηστη στην καθομιλούμενη γλώσσα, υπάγομαι στην κοινή γλώσσα …   Dictionary of Greek

  • κοινός — ή, ό (AM κοινός, ή, όν, Α αττ. ποιητ. τ. κοινός, όν) 1. αυτός που ανήκει σε πολλούς μαζί, που κατέχεται όμοια από πολλούς ή που χρησιμοποιείται από πολλούς, δημόσιος (α. «κοινή είσοδος» β. «τὸν ἥλιον τὸν κοινὸν ἡμῑν», Μεν.) 2. αυτός που… …   Dictionary of Greek